Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Dexameni Forum Logo
Σύνδεση

Είναι η πολιτική έκφραση της τέχνης επιλογή ή αναγκαιότητα;

Η τέχνη ισορροπεί ανάμεσα στην ελευθερία έκφρασης και την ανάγκη για πολιτική τοποθέτηση, επηρεάζοντας τη σκέψη και την κοινωνία. Ο ρόλος της δεν είναι σταθερός, αλλά διαμορφώνεται δυναμικά από την εποχή, τις κρίσεις και το κοινό της.

Χριστίνα Μαντζούφα

9 λεπτά ανάγνωσης
0

/

Είναι η πολιτική έκφραση της τέχνης επιλογή ή αναγκαιότητα;

Σε έντονα πολιτικοποιημένες περιόδους, τείνουμε να στρέφουμε την προσοχή μας προς κάθε μορφή συλλογικής ανθρώπινης έκφρασης, περιμένοντας με ανυπομονησία σε ποια πλευρά της ιστορίας θα αποφασίσει η κάθε μία να «σταθεί». Η τέχνη κατέχοντας μία ιστορικά φορτισμένη θέση, ασκώντας κριτική στις σχέσεις εξουσίας και πρωταγωνιστώντας στην πολιτική κινητοποίηση, αποτελεί το επίκεντρο της σύγχρονης θεωρητικής συζήτησης. Έχοντας αποδείξει πολλές φορές ότι δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση των αισθητικών αναγκών των ανθρώπων, γεννώντας πολιτικούς προβληματισμούς και συλλογικές ευαισθησίες, επανέρχεται διαρκώς στο δημόσιο διάλογο και έτσι τίθεται το εξής ερώτημα: Η τέχνη οφείλει να τοποθετείται πολιτικά ή δικαιούται να διατηρεί την αυτονομία της, την στιγμή που διακυβεύονται [ανθρώπινα δικαιώματα](/post/i-chrisi-tis-technitis-noimosynis-stis-diadikasies-asylou) και μια πολυεπίπεδη κρίση κλονίζει την κοινωνία; Περιορίζεται η δημιουργικότητα του καλλιτέχνη από την απαίτηση να ανοίξει διάλογο περί πολιτικής μέσω του έργου του ή ενισχύεται ένα υπάρχον αίσθημα καθήκοντος;

Berlinale, 76o Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου, Φεβρουάριος του 26 και εν μέσω μίας γενοκτονίας που εξακολουθεί να εκτυλίσσεται στην Γάζα, σημαντική μερίδα του καλλιτεχνικού κόσμου μένει σιωπηλή.

«Οι ταινίες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά όχι με πολιτικό τρόπο. Καμία ταινία δεν έχει αλλάξει πραγματικά την ιδέα κανενός πολιτικού. Αλλά μπορούμε να αλλάξουμε την ιδέα που έχουν οι άνθρωποι για το πώς πρέπει να ζουν. Υπάρχει μια μεγάλη ασυμφωνία σε αυτόν τον πλανήτη μεταξύ των ανθρώπων που θέλουν να ζήσουν τη ζωή τους και των κυβερνήσεων που έχουν άλλες ιδέες. Πιστεύω λοιπόν ότι οι ταινίες εισέρχονται σε αυτήν την ασυμφωνία.

Πρέπει να μείνουμε μακριά από την πολιτική, γιατί αν κάνουμε ταινίες που είναι αφοσιωμένα πολιτικές, μπαίνουμε στο πεδίο της πολιτικής. Αλλά είμαστε το αντίβαρο της πολιτικής, είμαστε το αντίθετο της πολιτικής. Πρέπει να κάνουμε τη δουλειά των ανθρώπων, όχι τη δουλειά των πολιτικών.»

(Μέρος της ομιλίας του στην τελετή έναρξης του Φεστιβάλ)

Πολλοί θεωρητικοί που έχουν επιδιώξει να δώσουν απάντηση στο ερώτημα, έρχονται αντιμέτωποι με σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές κρίσεις, όπως οι πόλεμοι, η κλιματική αλλαγή, οι μεταναστευτικές ροές, η οικονομική κρίση ή οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις. Με τον τρόπο αυτό, εμπλουτίζουν διαρκώς το ερευνητικό πεδίο με νέους προβληματισμούς. Το κεντρικό ερώτημα μας οδηγεί προς δύο διακριτά πεδία μελέτης που ορίζουν την σχετική συζήτηση. Το πρώτο αφορά την τέχνη ως αυτόνομο πεδίο δράσης, με βάση το έργο του Theodor W.Adorno, «Αισθητική Θεωρία». Το δεύτερο την τέχνη, ως πολιτικοποιημένο μέσο κοινωνικής κινητοποίησης μέσα από τις προσεγγίσεις των Walter Benjamin, «Το έργο τέχνης την εποχή της τεχνικής αναπαραγωγημότητάς του» και του Ranciere Jachques, «Ο μερισμός του αισθητού». Αξιοσημείωτη πτυχή μελέτης όμως, αποτελεί και η τέχνη σε περιόδους κρίσεις, όπου αναδύεται ο ακτιβισμός της κουλτούρας, με βάση τις προσεγγίσεις και απόψεις των Chantel Mouffe, Claire Bishop, Bram Ieven και Marijke de Valck.

Πρωταρχικό πεδίο της μελέτης, θα αποτελέσει η τέχνη ως αυτόνομο πεδίο δράσης, απαλλαγμένη από την ευθύνη της  εμπλοκής της στην πολιτική, όπως υποστηρίζει στο έργο του ο Theodor W.Adorno, «Αισθητική Θεωρία». Η φύση της τέχνης σύμφωνα με τον Adorno είναι διττή: εμπεριέχει την διαλεκτική ένταση ανάμεσα στις έννοιες της κοινωνικής πραγματικότητας και της αυτονομίας. Η αυτονομία έγκειται στην ικανότητα της τέχνης να ακολουθεί τους δικούς της κανόνες εσωτερικής λογικής όσον αφορά στο περιεχόμενο, την αισθητική και την μορφή της, χωρίς να υπάγεται σε εξωτερικές επιταγές όπως η πολιτική και τα ΜΜΕ. Η τέχνη δεν αποστασιοποιείται από την κοινωνία, αντιθέτως όσο μεγαλύτερη είναι η αυτονομία που κατέχει, τόσο βαθύτερα εμπλέκεται στις κοινωνικές εντάσεις που επιδιώκει να αναδείξει. Διακρίνεται από την ικανότητά της να κρίνει ως «ξένος», μη συμβατικός παρατηρητής την κοινωνική πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί δημιούργημα κοινωνικής εργασίας. Δεν είναι το άμεσο πολιτικό περιεχόμενο που καθιστά την τέχνη κοινωνική («το κοινωνικό στοιχείο της τέχνης δεν είναι το άμεσο περιεχόμενο»), αλλά «η εσωτερική της δυναμική» και «η αντίστασή της στις κατηγορίες της πραγματικότητας» (Adorno, 2018). Η τέχνη αποτελεί την αρνητική γνώση της πραγματικότητας, αποκαλύπτει δηλαδή τις κοινωνικές συγκρούσεις και αντιφάσεις μέσω της μορφικής της αντίστασης (δομή, πλοκή, γλώσσα, ύφος κ.λ.π) «η τέχνη ζει μόνο ως μορφική-αισθητική αντίσταση» (Adorno, 2018). Η αυτονομία της την καθιστά τέχνη έτοιμη να προσφέρει κοινωνικό έργο, τροφή για σκέψη, χωρίς άμεσα κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα.

Αντίπαλον δέος της αυτονομίας της τέχνης είναι, σύμφωνα με τον Walter Benjamin, η πολιτικοποίησή της. Ο Benjamin εισάγει την έννοια της «αύρας», που αντιστοιχεί στην αξία της μοναδικότητας της τέχνης, η οποία προκύπτει από τον τόπο, τον χρόνο  και το πλαίσιο της παραδοσιακής τελετουργίας μέσα στην οποία παράγεται το έργο τέχνης, σύνολο στοιχείων που καθιστούν αδύνατη την αναπαραγωγή του. Στο έργο του «Το έργο τέχνης την εποχή της τεχνικής αναπαραγωγημότητάς του», επικεντρώνεται στην απώλεια της «αύρας», ως καθοριστική συνέπεια της εμφάνισης νέων πτυχών τέχνης μαζικής αναπαραγωγής, όπως ο κινηματογράφος και η φωτογραφία, τα οποία απομακρύνουν την τέχνη από το παραδοσιακό της πλαίσιο («η αναπαραγωγιμότητα του έργου αποσπά το αντικείμενο από το πεδίο της παράδοσης») (Benjamin, W. 2010). Με αυτή την απομάκρυνση ωστόσο το καλλιτεχνικό έργο διαχέεται στις μάζες και παύει να αποτελεί θέαμα των κλειστών κύκλων των ελίτ. Με τον τρόπο αυτό η τέχνη αποκτά μαζικό κοινό με πολιτική συνείδηση, από την στιγμή που εμπλέκεται στο πεδίο των ιδεολογικών συγκρούσεων και των κοινωνικών φαινομένων. Η πολιτικοποίηση της τέχνης για τον Benjamin, φαίνεται να αποτελεί ιστορική αναγκαιότητα. O Benjamin έτσι φαίνεται να αντιτίθεται στη χρήση της τέχνης ως μέσο χειραγώγησης από φασιστικά καθεστώτα, με στόχο την «αισθητικοποίηση» της πολιτικής. Η έννοια της «αισθητικοποίησης» έγκειται στην μετατροπή ουσιαστικά της πολιτικής εξουσίας σε θέαμα που εξυπηρετεί μόνο αισθητικές ανάγκες, έναντι των απαιτήσεων της πολιτικής συμμετοχής των πολιτών τις οποίες η τέχνη θα έπρεπε πρωτίστως να εξυπηρετεί. Η τέχνη μπορεί και πρέπει, σύμφωνα με το έργο του Benjamin, να αποτελεί μία παιδευτική εμπειρία των μαζών που να τους δίνει την δυνατότητα ενός σύγχρονου πολιτικού προβληματισμού.

ελ

Σε συναφές ιδεολογικό πλαίσιο, ο Ranciere στο έργο του «Ο μοιρασμός του αισθητού», υποστηρίζει ότι η τέχνη είναι εξ ορισμού πολιτική «όχι λόγω των μηνυμάτων της, αλλά επειδή συγκροτεί τρόπους ορατότητας (καθεστώτα του αισθητού)» (Ranciere, J. 2007) απορρίπτοντας την ουσία του βασικού ερωτήματος, περί υποχρέωσης της τέχνης να τοποθετείται πολιτικά. Έχοντας ορίσει την πολιτική ως το πεδίο του αισθητού, ο πολιτικός χαρακτήρας  της τέχνης έγκειται στην «αναδιανομή του αισθητού» (the distribution of the sensible) (Ranciere, J. 2007) τον καθορισμό δηλαδή των μορφών ορατότητας, λόγου και  εμπειρίας που  καθορίζουν τι είναι αντιληπτό ως πραγματικό. Μέσω των «χειραφετημένων εμπειριών» που προσφέρει το έργο τέχνης, μετασχηματίζει τα όρια της πραγματικότητας, δίνοντας την δυνατότητα στον θεατή/πολίτη να ενεργοποιήσει την κριτική του σκέψη και στην κοινωνία συνολικά να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο οργανώνει την δομή, την ορατότητα και την δική της φωνή. Η τέχνη παρουσιάζει, κατά τον Ranciere  έναν βαθμό αυτονομίας, ο οποίος ωστόσο δεν την αποκόβει από την πολιτική σκηνή, αντίθετα «the autonomy of art is itself a mode of political intervention». Συμπερασματικά, κάθε αισθητική μορφή της τέχνης συγκροτεί μία πολιτική τοποθέτηση από την στιγμή που καθορίζει «τι γίνεται ορατό, τι γίνεται ακουστό, ποιος έχει λόγο» (Ranciere, J. 2007) στον πραγματικό κόσμο.

Η τέχνη όμως εμφανίζεται και σε ένα καθαρά πρακτικό πλαίσιο δράσης πέρα από το θεωρητικό υπόβαθρο που παρουσιάσαμε. Σύμφωνα με την Claire Bishop μεγαλύτερη είναι η αξία της συμμετοχής των θεατών στο έργο τέχνης ως ενεργά υποκείμενα και όχι αυτό καθαυτό το περιεχόμενό του (Bishop, 2012). Η τέχνη έτσι μπορεί να λειτουργήσει ως κινητήριος δύναμη πολιτικών κινητοποιήσεων και ακτιβιστικών δράσεων. Αποτελεί καταφύγιο δημόσιου διαλόγου και μέσω των εμπειρικών πρακτικών της, αναδεικνύει κοινωνικοπολιτικά μηνύματα. Στο ίδιο θεωρητικό πλαίσιο με την Bishop, όσον αφορά τον πολιτικό ρόλο της τέχνης ως μέσο δημόσιας αμφισβήτησης και ανάδειξης κοινωνικών προβληματισμών, συμπαρατάσσεται και η Chantal Mouffe. Η Mouffe εστιάζει ιδιαίτερα στην έννοια της διαφωνίας που πηγάζει μέσα από το έργο τέχνης και εντάσσεται στις αγωνιστικές κοινότητες, που δομούνται με στόχο την μεταξύ τους δημιουργική σύγκρουση (Mouffe, 2007,2013). Αντίστοιχα, οι Bram Ieven και Marijke de Valck επικεντρώνονται στην ανάδυση του πολιτισμικού ακτιβισμού (activism of culture) και την σύνδεση πολιτιστικών πρακτικών με κοινωνικές κινητοποιήσεις αλλαγής. Ειδικότερα, ο Bram Ieven (2012) δίνει μεγαλύτερη έμφαση στα δίκτυα και τις κοινωνικές συλλογικότητες τέχνης, που αλλάζουν τα παραδοσιακά δεδομένα και θυμίζουν επαναστατικά κινήματα, ενώ ο Marijke de Valck (2007) επικεντρώνεται στον θεσμό των φεστιβάλ. Υποστηρίζει ότι τα κινηματογραφικά φεστιβάλ μπορούν να πρεσβεύουν μία σημαντική μορφή ακτιβισμού και έναν χώρο πολιτικής έκφρασης. Το σύνολο των παραπάνω θεωρητικών υπογραμμίζει την σημαίνουσα αξία της τέχνης ως ένα δυναμικό εργαλείο αλλαγής της πολιτικής σφαίρας, υπερβαίνοντας τα όρια του αισθητικού.

Eugène_Delacroix_-_La_liberté_guidant_le_peuple

Με βάση την παραπάνω ανάλυση προκύπτει ότι δεν μπορεί να δοθεί οριστική απάντηση στο ερώτημα αν είναι δικαίωμα ή υποχρέωση της τέχνης να τοποθετείται πολιτικά. Από την αυτονομία της με επίκεντρο την αισθητική ελευθερία, μέχρι την ανάδειξή της σε πολιτικοποιημένο εργαλείο κοινωνικής δράσης, επιβεβαιώνεται ο σταθερά καθοριστικός της ρόλος στις ζωές μας. Είναι συνεχώς παρούσα γύρω μας χωρίς να είναι ούτε αποκλειστικά αυτόνομη ούτε καθαρά πολιτική, στοιχείο που φανερώνει ότι η πολιτική της υπόσταση δεν περιορίζεται στο περιεχόμενο του έργου τέχνης αλλά προσδιορίζεται κάθε φορά από την σχέση του τελευταίου με τις κοινωνικές συνθήκες, τις συλλογικές δράσεις, το ιστορικό και θεσμικό πλαίσιο. Στην πραγματικότητα όμως μπορεί και ο ίδιος ο καλλιτέχνης να μην προσδιορίζει ως πολιτικό το έργο του την στιγμή που το δημιουργεί, αλλά απλά να προκύπτει ως μία «ταμπέλα» τοποθετημένη από το κοινό. Ο  Θόδωρος Αγγελόπουλος, μεγάλος Έλληνας σκηνοθέτης, σε συνέντευξή του στο ντοκιμαντέρ «Στοργή στον λαό», του Βασίλη Δούβλη, εξομολογείται ότι «Πολιτικά είναι όλα σε τελική ανάλυση. Εγώ δεν περίμενα ποτέ ότι η ταινία «Αναπαράσταση» θα θεωρούνταν πολιτική.», περιγράφοντας τις συνθήκες απόλυτης λογοκρισίας που βίωσε ο καλλιτεχνικός ελληνικός κόσμος την περίοδο της Δικτατορίας. Η τέχνη αναδύεται μέσα από τον καθημερινό μας κόσμο, τον άνισο, τον φορτισμένο, τον γεμάτο κρίσεις. Το πραγματικό ερώτημα δεν έγκειται στον αν η τέχνη πρέπει ή όχι να παραμένει εκτός πολιτικής, αλλά ποιόν/τι πραγματικά υπηρετεί όταν το κάνει.

Χριστίνα Μαντζούφα

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ

Χριστίνα Μαντζούφα

Καμία περιγραφή προς το παρόν.Διαβάστε περισσότερα

Απαντήσεις (0)

Μοιραστείτε τις σκέψεις σας για αυτό το άρθρο.

    Οι συγγραφείς μας

    Προβολή όλων

    Γεωργία Νικηφορίδου

    Φίλιππος Αναγνωστοπουλος

    Παπουλίδου Δήμητρα

    Χριστίνα Μαντζούφα

    Κώστας Πολατίδης

    Θεοφάνης Σιμόπουλος

    Σχετικά άρθρα

    Ο λαϊκισμός στη σύγχρονη Γαλλία: Οι περιπτώσεις των Εμανουέλ Μακρόν και Μαρίν Λεπέν

    Ο λαϊκισμός στη σύγχρονη Γαλλία: Οι περιπτώσεις των Εμανουέλ Μακρόν και Μαρίν Λεπέν

    Το φαινόμενο του λαϊκισμού κυριαρχεί στον σύγχρονο πολιτικό διάλογο. Αποτελεί ένα ερευνητικό αντικείμενο που έχει διχάσει σε μεγάλο βαθμό τους αναλυτές. Η παρούσα ανάλυση επικεντρώνεται στη μελέτη των σύγχρονων μορφών του γαλλικού λαϊκισμού, αναλύοντας τις περιπτώσεις του Εμανουέλ Μακρόν και της Μαρίν Λεπέν.

    Γιώργος ΑντωνίουPolitical Theory