Ο λαϊκισμός αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα πιο πολυσυζητημένα και αμφιλεγόμενα φαινόμενα της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης. Παρά τον συχνά υποτιμητικό τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται στον καθημερινό λόγο, στον ακαδημαϊκό χώρο ορίζεται ως μια σύνθετη πολιτική λογική που εστιάζει στη θεμελιώδη αντίθεση μεταξύ δύο ομοιογενών ομάδων: του «αγνού λαού» και της «διεφθαρμένης ελίτ». Για να γίνει αντιληπτή η δυναμική του φαινομένου, είναι απαραίτητο να ανατρέξουμε στις κλασικές προσεγγίσεις που έθεσαν τις βάσεις της ανάλυσης. Η «ισχνή ιδεολογία» του Cas Mudde αναδεικνύει την ικανότητα του λαϊκισμού να προσκολλάται σε ισχυρότερες ιδεολογίες, η Margaret Canovan περιγράφει τον λαϊκισμό ως την αναπόφευκτη «σκιά» της δημοκρατίας που αναδύεται από την ένταση μεταξύ θεσμικού πραγματισμού και λαϊκής λύτρωσης, ενώ ο Ernesto Laclau τον αντιλαμβάνεται ως μια επικοινωνιακή στρατηγική συγκρότησης συλλογικών ταυτοτήτων μέσω «κενών σημαινόντων» που ενοποιούν ετερόκλητα κοινωνικά αιτήματα.
Στο πλαίσιο αυτό, η σύγχρονη Γαλλία λειτουργεί ως το ιδανικό «πολιτικό εργαστήριο», καθώς ο λαϊκισμός εκεί δεν εκδηλώνεται πλέον μόνο στις παρυφές του συστήματος, αλλά διαπερνά ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Το «γαλλικό φαινόμενο» χαρακτηρίζεται από μια μοναδική πολυμορφία, η οποία αποτυπώνεται ανάγλυφα στις περιπτώσεις του Εμανουέλ Μακρόν και της Μαρίν Λεπέν.
Η περίπτωση του Εμανουέλ Μακρόν εισήγαγε στον διεθνή διάλογο την έννοια του «τεχνοκρατικού λαϊκισμού». Πρόκειται για ένα φαινόμενο όπου ο ηγέτης, παρά την ακαδημαϊκή και επαγγελματική του σύνδεση με την παραδοσιακή ελίτ, υιοθέτησε ένα αντισυστημικό στυλ για να καταγγείλει τις «παθογένειες» των παλαιών κομμάτων. Ο Μακρόν λειτούργησε ως το «κενό σημαίνον» —ένα σύμβολο αλλαγής— που ένωσε αιτήματα για οικονομικό φιλελευθερισμό και κοινωνικό εκσυγχρονισμό κάτω από την υπόσχεση της αποτελεσματικότητας. Ωστόσο, η διακυβέρνησή του ανέδειξε την επικράτηση του «πραγματιστικού προσώπου» της δημοκρατίας, όπου οι αποφάσεις παρουσιάζονται ως τεχνικές αναγκαιότητες από ειδικούς, παραμερίζοντας τη λυτρωτική υπόσχεση για άμεση λαϊκή συμμετοχή. Αυτή η ορθολογική προσέγγιση δημιούργησε ένα βαθύ αίσθημα αποξένωσης σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, καθώς η πολιτική μετατράπηκε σε διαχειριστική διαδικασία.
Στον αντίποδα, η Μαρίν Λεπέν εκπροσωπεί την εξέλιξη του «εθνο-λαϊκισμού» μέσω της στρατηγικής της «αποδαιμονοποίησης». Η μετατροπή του Εθνικού Μετώπου σε Εθνική Συσπείρωση ήταν μια προσπάθεια προσέγγισης της δημοκρατικής νομιμότητας χωρίς την εγκατάλειψη του εθνικιστικού πυρήνα. Εδώ, ο λαϊκισμός λειτουργεί συμπληρωματικά στον εθνικισμό: η Λεπέν χρησιμοποιεί τη διάκριση λαού-ελίτ για να ορίσει τον «αγνό λαό» αποκλειστικά ως τους «αυθεντικούς Γάλλους», προτάσσοντας την εθνική προτεραιότητα απέναντι στις απειλές της παγκοσμιοποίησης και της μετανάστευσης. Η ρητορική της υπόσχεσε τη «λύτρωση» του λαού μέσω της επιστροφής στην εθνική κυριαρχία, επενδύοντας στο συναισθηματικά φορτισμένο αίτημα για ασφάλεια και προστασία της ταυτότητας.
Τα συμπεράσματα από την παράλληλη εξέταση των δύο ηγετών οδηγούν σε μια κρίσιμη διαπίστωση: ο λαϊκισμός στη Γαλλία χρησιμοποιείται πλέον εργαλειακά. Γίνεται σαφές ότι δεν εκδηλώνεται ως μια ενιαία ιδεολογία, αλλά ως μια πολιτική λογική που προσαρμόζεται σε διαφορετικά ιδεολογικά υποστρώματα. Για τον Μακρόν, ο λαϊκισμός αποτέλεσε το όχημα για τη διάλυση του παραδοσιακού δικομματισμού και την εγκαθίδρυση μιας τεχνοκρατικής διακυβέρνησης, αν και η σχέση του με το φαινόμενο παρέμεινε περισσότερο επικοινωνιακή παρά δομική. Για τη Λεπέν, ο λαϊκιστικός λόγος λειτούργησε ως μέσο για τον εξωραϊσμό των εθνικιστικών θέσεων, προσδίδοντας δημοκρατικό μανδύα σε μια ιδεολογία που παραδοσιακά θεωρούνταν εξτρεμιστική.
Σε τελική ανάλυση, η γαλλική εμπειρία αποδεικνύει ότι ο λαϊκισμός έχει μετατραπεί από «σκιά» της δημοκρατίας σε κεντρικό συστατικό της. Η σχέση των δύο ηγετών με τον λαϊκισμό αναδεικνύει ότι αυτός δεν αποτελεί τον ιδεολογικό τους πυρήνα, αλλά ένα συμπληρωματικό εργαλείο πολιτικής επιβίωσης και ανόδου. Είτε εκδηλώνεται ως τεχνοκρατική αποτελεσματικότητα είτε ως εθνικιστική περιχαράκωση, ο λαϊκισμός είναι πλέον ο βασικός μηχανισμός για την αναζήτηση πολιτικής νομιμοποίησης σε μια εποχή όπου οι παραδοσιακές μορφές πολιτικής αντιπροσώπευσης φαίνεται να εξαντλούνται. Η μελέτη αυτής της εξέλιξης είναι απαραίτητη για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο θα διαμορφωθεί η δημοκρατία στη Γαλλία, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, τα επόμενα χρόνια.
Βιβλιογραφία
- Πηγή εικόνας
- Canovan, M. (1999). Trust the People! Populism and the Two Faces of Democracy. Political Studies, 47(1), 2–16.
- Laclau, E. (2005). On populist reason. Verso.
- Mudde, C. (2004). The populist zeitgeist. Government and Opposition, 39(3), 541–563
- Perottino, M., & Guasti, P. (2020). Technocratic Populism à la Française? The roots and mechanisms of Emmanuel Macron's success. Politics and Governance, 8(4), 160–170.
- Stavrakakis, Y., & Katsambekis, N. (Eds.). (2024). Research Handbook on Populism. Edward Elgar Publishing
- Stavrakakis, Y., Katsambekis, N., Nikisianis, M., Kioupkiolis, A., & Siomos, T. (2017). Populism, discourse, and the left: An introduction. Contemporary Discourses of the Left, 8(4), 1–18.
- Αλμπάνη, Β. Α. (2023). Ο σύγχρονος λαϊκισμός σε Ευρώπη και Η.Π.Α και ο λαϊκιστικός λόγος στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης [Πτυχιακή εργασία, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών]. Ψηφιακό Αποθετήριο ΟΠΑ.
- Σταυρακάκης, Γ. (2002). Αντινομίες του φορμαλισμού: Η κατά Laclau θεώρηση του λαϊκισμού και ο ελληνικός θρησκευτικός λαϊκισμός. Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, 19, 137–172.














Απαντήσεις (0)
Μοιραστείτε τις σκέψεις σας για αυτό το άρθρο.